Ασπρονέρι

ΑΣΠΡΟΝΕΡΙ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Το χωριό αυτό είναι πολύ παλιό και ανέκαθεν αμιγώς χριστιανικό. Σύμφωνα με την παράδοση, το χωριό ξεκίνησε με τρία σπίτια. Στην αρχή ονομαζόταν ΤΕΡΖΑΝΙΚΕΣ ΠΟΡΤΕΣ εννοώντας τα μονοπάτια που πήγαιναν στον οικισμό αφού δεν υπήρχε δρόμος και η περιοχή ήταν πυκνά δασωμένη. Σιγά σιγά αναπτύχθηκε σε οικισμό 30 σπιτιών. Το παλιό χωριό ήταν χτισμένο σε άλλη τοποθεσία διαφορετική από αυτή που είναι τώρα αλλά όχι πολύ μακριά. Είχε χτιστεί αλλού λόγω της εξάπλωσης από διάφορες αρρώστιες το χωριό έπρεπε να καεί με αποτέλεσμα να χρειαστεί να φύγουν από εκεί και να χτίσουν κάπου αλλού για να μην εξαπλωθούν οι αρρώστιες.

Μετά από καιρό το χωριό πήρε μια τούρκικη ονομασία ΑΚΜΠΟΥΝΑΡ και αργότερα πήρε την ονομασία που έχει σήμερα ΑΣΠΡΟΝΕΡΙ αλλά το όνομα το άλλαξαν τότε και το έκαναν ΑΣΠΡΟΝΕΡΟΝ τώρα όμως εξακολουθεί να έχει την πρώτη ονομασία ΑΣΠΡΟΝΕΡΙ. Το χωριό ονομάστηκε ΑΣΠΡΟΝΕΡΙ χάρη στο καθαρό νερό που είχε η περιοχή αυτή όπου χτίστηκε, και ήταν το πιο καθαρό νερό που υπήρχε εκείνη την εποχή από άλλες διάφορες περιοχές.

Από γραπτές πληροφορίες προκύπτει ότι το 1877 είχε πληθυσμό 58 χριστιανικές οικογένειες χωρίς σχολείο και εκκλησία. Το 1884 είχε πληθυσμό 85 οικογένειες , εκκλησία , δημοτικό σχολείο με δάσκαλο και 25 μαθητές .Το σχολείο συντηρούσε η Χριστιανική Αδελφότητα Κωσταντινουπόλεως και υπαγόταν στο σχολείο των Μεταξάδων.

Την εποχή αυτή οι πλουσιότεροι και ισχυρότεροι κάτοικοι του χωριού ήταν οι Λάμπος Παπάζογλου και ο Δημήτριος Σαρακήνας.

Από έρευνα που έγινε στο παλαιό νεκροταφείο του χωριού διαπιστώθηκε ότι οι παλαιοί ταφικοί σταυροί φέρουν χρονολογίες μετά το 1800 γεγονός που μαρτυρεί ότι το χωριό ήταν οργανωμένο σε κοινωνία ανθρώπων πολύ πριν από τη χρονολογία αυτή. Μάλιστα βρέθηκε ταφικός σταυρός με χρονολογία 1805 που είναι από τους παλαιότερους που βρέθηκαν.

Ασπρονέρι

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Το χωριό αποτελούνταν από γνήσιους κατοίκους Ασπρονεριώτες Μόνο που κατά το 1922 είχαν κατοικήσει στο χωριό κάποιες οικογένειες που προερχόταν από τα μακρινά χωριά της Τουρκίας . Αυτοί έκαναν οικογένειες των οποίων το εγγόνια κατοικούσαν στο χωριό μας. Οι πρόσφυγες αυτοί τώρα δεν είναι στο χωριό ούτε στη ζωή. Παρ' όλα αυτά το Ασπρονέρι δεν έχει πρόσφυγες ούτε άλλων ειδών μετανάστες.

Mε τον πόλεμο των ανταρτών πολλές οικογένειες μεταφέρθηκαν στα δίδυμα τείχη του Διδυμοτείχου μέσα σε σπηλιές όπου εκεί έζησαν όσπου να τελειώσει ο πόλεμος. Γυρίζοντας όμως πίσω έπρεπε να αρχίσουν από την αρχή γιατί είχαν καταστραφεί τα περισσότερα πράγματά τους. Φεύγοντας πολλές οικογένειες έκρυβαν τα πολύτιμα είδη τους σε βουνό που είχε την ονομασία ΖΟΝΤΑΝΙ που ήταν πολύ κοντά στο χωριό.

Πολλά άτομα κατά τη διάρκεια αυτή πήγαιναν να δουλέψουν σε άλλα όπως τη Γερμανία δηλαδή στη σημερνή Ευρωπαική ΄Ενωση. Πολλές οικογένειες είχαν μάλιστα εγκατασταθεί εκεί και ενώ πλούτισαν γύρισαν πίσω στην κανονική τους πατρίδα για να ζήσουν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους.

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

ΣΠΙΤΙΑ.

Τα σπίτια ήταν χτισμένα με άχυρο και λάσπη για τους πιο πλούσιους τότε με πέτρα. Χαρακτηριστικό των σπιτιών ήταν οι εσοχές στην πόρτα τις είχαν φτιαγμένες ώστε να αιφνιδιάζουν τους αντάρτες. Είχαν επίσης κάποιο άνοιγμα σαν παράθυρα τα οποία ήταν κρυφά για να βλέπουν όταν πήγαιναν οι αντάρτες όμως αυτά τα παράθυρα ήταν φτιαγμένα ώστε να βλέπουν μόνο από μέσα και όχι απ' έξω, δηλαδή δεν μπορούσαν να τους δουν οι αντάρτες.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ

Το Ασπρονέρι από παλιά ήταν χωριό που ασχολούνταν με τη γεωργία και λίγο με την κτηνοτροφία. Άνδρες και γυναίκες μαζί ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και δεν υπήρχε ελεύθερος χρόνος για ψυχαγωγία. Σήμερα οι κάτοικοι συνεχίζουν να ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και ένας πολύ μικρός αριθμός κατοίκων ασχολείται με τα ελεύθερα επαγγέλματα και λίγοι είναι οι ιδιωτική και δημόσιοι υπάλληλοι.

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

ΑΝΔΡΙΚΗ

Η ανδρική ενδυμασία είχε τα εξής ρούχα.

ΣΑΛΒΑΡΙ

Είναι το σημερινό παντελόνι .Κατασκευάζεται από μάλλινο υφαντό αδήμιτο [ύφανση με τέσσερα μιτάρια -στημόνι βαμβακερό-φάδι μάλλινο]. Είναι μαύρου χρώματος. Στη μέση είναι σουρωτό φαρδύ πάνω και προς τα κάτω ποοδευτικά γίνεται στενό στα ποδονάρια [πατσάκια]. Στη μέση δένεται με βρακοζώνες. Δεν διαθέτει ποικίλματα. Αποτελεί μέρος της χειμερινής ενδυμασίας και φοριόταν ως γιορτινό αλλά και καθημερινό.

ΒΡΑΚΙ

Είναι το καλοκαιρινό σαλβάρι. Κατασκευάζεται από βαμβακερό ύφασμα γαλάζιου χρώματος .Όπως και το σαλβάρι στη μέση είναι σουρωτό και στενεύει στα ποδονάρια. Δένεται με βρακοζώνες. Δε φέρει στολίδια. Αποτελεί μέρος της καλοκαιρινής ενδυμασίας και φοριέται ως καθημερινό αλλά και γιορτινό ρούχο.

ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Κατασκευάζεται από βαμβακερό ύφασμα με μάλλινα κινάρια. Είναι μακρύ μέχρι τους γοφούς ριχτό με φαρδιά μανίκια και όρθιο γιακά. Έχει ποικίλματα στα μανίκια, στο γιακά, και στο άνοιγμα εμπρός. Υπάρχουν διάφορα είδη πουκαμίσων, το λευκό, το καφασωτό, (άσπρο με μπλε καρέ), το κιναρωτό (πολύχρωμο) και το χραδένιο ( άσπρο με μπλε ρίγα). Φοριόταν ως γιορτινό αλλά και καθημερινό καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, εκτός απ' τα κιναρωτά, που φοριόταν μόνο κατά τη χειμερινή περίοδο.

ΓΙΛΕΚΙ

Είναι κατασκευασμένο από μάλλινη τσόχα μαύρου χρώματος. Δε φέρει μανίκια. Έχει κουμπιά για φιγούρα και κοπίτσες. Για στολίδια φέρει γαιτάνια στις ραφές.

ZOYNAΡΙ

Μάλλινη υφαντή λωρίδα διαστάσεων 6 μάκρος και 40 πόντους φάρδος με κρόσια στις άκρες και άσπρες οριζόντιες ρίγες. Χρησιμοποιoύνταν σαν ζώνη.

ΜΠΙΑΛΙΑ

Υφαντή λωρίδα διαστάσεων 1 μέτρου με 0,60 εκ. (βαμβακερό στημόνη, μάλλινο φάδι) .Για τους νέους τα κεντούσαν στον αργαλειό. Χρησιμοποιούνταν για το τύλιγμα των ποδιών, όταν φοριόταν τα τσαρούχια. Πάνω τελείωναν μέσα στα ποδονάρια του σαλβαριού. Δένονταν με τα τσαρουχόσχοινα.

ΚΑΛΤΣΕΣ

Είναι μάλλινες, πλεγμένες με μια βελόνα. Στο ύψος έφθαναν μέχρι τη γάμπα. Το χρώμα τους είναι μαύρο ή κανελί για τους ηλικιωμένους και πολύχρωμες για τους νεαρούς. Φοριόταν χειμώνα και καλοκαίρι.

ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ

Χαμηλά υποδήματα από χοιρινό δέρμα, με προσαρμοσμένο δερμάτινο κορδόνι στα χείλη του ανοίγματος και στη συνέχεια το κορδόνι προεκτεινόταν με άλλο κορδόνι από τρίχες γίδας, με το οποίο τυλίγονταν τα μπιάλια.

ΣΕΡΒΕΤΑ

Μάλλινο ή με στημόνι βαμβακερό και μάλλινο φάδι ορθογώνιο ύφασμα στον αργαλειό, διαστάσεων 2μ.με 0,30 εκ. Φέρει κρόσια κάθε 20 εκατοστά και έχει ρίγες, μπλε και μαύρες στις άκρες.

ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΛΙΣΜΟΥ

Εκτός από ποικίλματα (στολίδια) της ενδυμασίας (κεντήματα στο χέρι, υφαντά κεντήματα, πούλιες, κρόσια, και γαιτάνια), απ' τη σερβέτα και το αριστερό μέρος του κεφαλιού κρεμόταν υφασμάτινο ορθογώνιο με πολλές ψιλές χάνδρες, η λεγόμενη κρεμάστρα. Οι νέοι φορούσαν στο λαιμό μαντίλι εμπριμέ κόκκινο. Στην εργασία το μαντίλι αυτό ήταν λευκό και το φορούσαν στο κεφάλι. Το γαμπριάτικο μαντίλι ήταν κόκκινο και ήταν στολισμένο με δαντέλα, πούλιες και χάνδρες. Τέλος, ως εξαρτήματα της ανδρικής παραδοσιακής ενδυμασίας μπορούν να θεωρηθούν το ρολόι τσέπης το κομπολόι κ.λπ.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Τα ρούχα της γυναικείας ενδυμασίας ήταν τα εξής:

ΚΟΝΤΟΖΙ.

Είναι κατασκευασμένο από μάλλινη μαύρη τσόχα και καταλήγει στη μέση όπου δεξιά και αριστερά έχει και από ένα αυτί. Έχει τσέπες, μανίκια, και είναι στολισμένο με γαιτάνια. Φοριόταν κατά τη χειμερινή περίοδο, ήταν καθημερινό και γιορτινό ρούχο.

ΤΣΟΥΚΝΑ

Είναι κατασκευασμένη από υφαντό μάλλινο μαύρου χρώματος. Είναι αμάνικο και φτάνει μέχρι τα γόνατα. Χαρακτηριστικό είναι η κορφουλήθρες στο στήθος. Ολόκληρη η τσούκνα είναι γεμάτη από κεντήματα. Ανάλογα με τα κεντήματα που έχει μια τσούκνα χαρακτηρίζεται ανάλογα.

ΦΣΤΑΝΙ

Είναι κατασκευασμένο από βαμβακερό ύφασμα μπλε ή πράσινο χρώμα. Είναι αμάνικο, γυαλωμένο με κορφουλήθρες και έχει πολλά κεντήματα. Οι ανύπαντρες, αρραβωνιασμένες και οι νιόπαντρες φορούσαν ένα γιλέκο που ήταν με μανίκια, από μεταξωτό λεπτό ύφασμα που το είχαν πάνω από το πουκάμισο.

ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Είναι κατασκευασμένο από λινό ύφασμα πιο μακρύ από την τσούκνα και το φστάνι. Είναι χρώματος λευκού και κόκκινου με χρωματιστές λουρίδες και τα μανίκια του είναι φαρδιά. Φοριόταν όλο το χρόνο και ήταν και γιορτινό και καθημερινό ρούχο.

ΖΟΥΝΑΡΙ

Μάλλινο υφαντό που χρησιμοποιούταν για το δέσιμο της μέσης σε καθημερινή χρήση.

ΠΟΔΙΑ

Μάλλινη, υφαντή, κεντητή στον αργαλειό στενή μακριά ως το γόνατο με πολύχρωμες φούντες στο τελείωμα Δεν φοριόταν σε περίπτωση πένθους καθώς και απ' τις ηλικιωμένες γυναίκες.

ΜΑΜΟΥΚΑ

Μάλλινο ύφασμα του εμπορίου κίτρινου χρώματος λουλουδάτη με κρόσια. Φοριόταν πάνω απ' το τσιμπέρι.

ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ

Τερλίκια ήταν τσόχινες παντόφλες στολισμένες με γαιτάνια.

ΚΑΛΤΣΕΣ

Μάλλινες πλεκτές με διάφορα χρώματα και σχέδια βαμβακερές και πλεκτές.

ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΛΙΣΜΟΥ

Παράδες ασημένιες που λεγόταν τέλια. Τα τοποθετούσαν στο μέτωπο.

ΚΡΕΜΑΣΤΑΡΕΣ

Κομμάτια τετράγωνα ή άλλου σχήματος με χάνδρες και πούλιες που κρέμονταν αριστερά και δεξιά του προσώπου.

ΚΑΝΟΡΙΔΕΣ

Πολύχρωμες κλωστές ,κορδέλες, φούντες, πεταλάκια που τοποθετούνται κατά μήκος των μαλλιών.

ΓΙΟΡΤΑΝΙΑ

Ύφασμα με χάνδρες ,χρυσά φλουριά ,ντούπλες πεντόλιρα κρέμονται απ' το λαιμό.

ΑΣΗΜΟΖΟΥΝΑΡΟ

Αλυσίδες με ασημένια φλουριά στηριζόμενα στο ασημοζούναρο κρεμόταν στο αριστερό πλευρό και μπροστά για τις νύφες.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Τα σπίτια πριν από το 1900 μ.Χ. ήταν ισόγεια.

Με το πέρασμα του χρόνου κτιζόταν με όροφο, έτσι που να είναι πιο βολικά στη διαβίωση. Ο χώρος του σπιτιού περιλάμβανε και την αυλή που ήταν χώρος ελεύθερος, όπου υπήρχαν τα γεωργικά και άλλα εργαλεία και ήταν περιφραγμένη πρόχειρα από τσαλιά και αγκαθερά φυτά. Ο στεγασμένος χώρος περιλάμβανε συνήθως το υπόστεγο(χαγιάτι ),όπου υπήρχαν ο φούρνος ο αργαλειός και ένα μικρό δωμάτιο το ουντούδι . Το κύριο σπίτι είχε τις κρεβατοκάμαρες , την κουζίνα, το τζάκι, το γιούκο, και άλλους μικρότερης σημασίας χώρους. Το τζάκι ήταν μεγάλο για να χωράει πολλά ξύλα. Το σπίτι ήταν υπερυψωμένο πενήντα περίπου εκατοστά. Άλλοι χώροι στεγασμένοι και συνεχόμενοι ήταν το κελάρι για τα τρόφιμα τα αμπάρια για τους καρπούς το αχούρι για τα ζώα ο αχυρώνας για τις τροφές των ζώων ο χειρόμυλος για το άλεσμα του σιταριού και του πληγουριού. Τέλος υπήρχε υπόγειος χώρος για τη φύλαξη των κρασιών του λάχανου η ως κρυψώνας ανθρώπων ή αντικειμένων η λεγόμενη γήσμπα. Το σπίτι ήταν πλινθόκτιστο και χρισμένο από μέσα και απ' έξω με λάσπη. Είχε μια πόρτα και στην οροφή φεγγίτη για να έρχεται το φως. Η σκεπή είχε μεγάλα κεραμίδια, που στηρίζονταν πάνω στις αγριντιές, στο ντερέκι και στα κλαδιά, που ήταν η οροφή.

Τα νεότερα μονώροφα σπίτια στο ισόγειο περιλάμβαναν το στάβλο, τον αχυρώνα , το υπόστεγο, το φούρνο, το μικρό δωμάτιο για τον υπηρέτη, τα αμπάρια και τη γήσμπα που επικοινωνούσε με το σπίτι μέσο καταπακτής. Στον όροφο υπήρχε το κύριο σπίτι με το υπόστεγο και το κελάρι. Υπόψη ότι το σπίτι ήταν υπερυψωμένο από πατημένο χώμα που τοποθετούνταν ανάμεσα στη γήσμπα και το στάβλο, αν και η παραπάνω διαρρύθμιση της κατοικίας δεν ήταν κανόνας. Όταν χτιζόταν καινούργιο σπίτι γινόταν αγιασμός και στα θεμέλια ο νοικοκύρης έσφαζε κόκορα. Συγγενείς και πολλοί χωριανοί βοηθούσαν στις εργασίες του σπιτιού, κυρίως τις Κυριακές, που ήταν αργία. Κορίτσια χόρευαν πατώντας τα χώματα στα θεμέλια. Όταν τοποθετούσαν τη σκεπή, στην κορυφή έμπαιναν σταυρός και στεφάνι με λουλούδια , και από το νοικοκύρη δινόταν πουκάμισο για τον αρχιμάστορα. Οι συγγενείς και οι χωρικοί πήγαιναν δώρα, μαντίλια και πετσέτες. Σε κάθε γωνία του σπιτιού έβαζαν και από ένα μπουκάλι με άγιασμα. Το τραπέζι που έτρωγαν οι μάστορες περιλάμβανε και τον πετεινό.

ΕΡΓΑΛΕΙΑ- ΜΕΣΑ ΚΙΝΗΣΕΩΣ

Στην αυλή του σπιτιού, που ήταν υπαίθριος χώρος, υπήρχαν τα μεταφορικά μέσα, τα όργανα και εργαλεία για τις γεωργικές εργασίες. Στο χώρο αυτό μπορούμε να συναντήσουμε το κάρο ( μεταφορικό μέσο), τον πλούχο (άροτρο), το δοκάνι (εργαλείο για το αλώνισμα), τη σγκλαμπούρα ( ξύλινο φτυάρι), τα δικράνια.

Επίσης την ταλίκα (άμαξα), το τιρμούκι (σβάρνα),το αλέτρι(εργαλείο για το όργωμα), το δερμόνι (για το κοσκίνισμα του καρπού), το ζυγό (εργαλείο για τη σύνδεση των ζώων), το γιουβαρλάκι (πέτρα για το αλώνισμα), το τσιβγκάρι (συνδετικό ξύλο των ζώων για το όργωμα). Τέλος, στον ίδιο χώρο μπορούμε να βρούμε διάφορα μικροεργαλεία και μέσα, όπως τα φτυάρια, τη χορκόκοσα, την τσαλόκοσα, το δικέλι (για το αμπέλι), τσάπες, σκαλιστήρια, δρεπάνια για το θέρισμα, μικρότερα δρεπάνια για το κόψιμο της σκούπας του καλαμποκιού και του ηλιόσπορου, τσεκούρια, καζμάδες, τουκμάκια (σφυριά, βαριοπούλες) κοφίνια για τα μελίσσια κ.λπ. Στην κουζίνα και στο τζάκι βρίσκουμε τις γουβέλες ( πήλινες σουπιέρες), μπακίρες μικρές και μεγάλες, ,πινακωτές για το ψωμί σουφρά ( χαμηλό ξύλινο τραπέζι ), σινί ( στρόγγυλο ξύλινο τραπέζι χαμηλό), σοφρά (πέτρα για το ψήσιμο της λαγγίτας), ντρουβάνα (για την παραγωγή βουτύρου ), πήλινα και χάλκινα τεντζερέδια, κουταλοθήκη ξύλινη, χερόμυλο, καλουποτήρα τυριού δισάκι, σκαφίδι μικρό και μεγάλο. Επίσης στον ίδιο χώρο συναντούμε στάμνες μικρές και μεγάλες, κμαρούδια ( μικρά σταμνάκια), καβουρδιστήρι για τιν καφέ, τσουκαλούδια, ταψιά, γουδιά, μικρά και μεγάλα καζάνια.

Τέλος, στον ίδιο χώρο υπάρχουν το σουντήρι (ξύλινος η χωμάτινος καναπές), η μπουλίτσα (ξύλινο ράφι), σκαμνάκια, γάστρα, σήτα και κόσκινο για το αλεύρι, τηγάνια μαξιλάρια, τορβάς, καντήλι και εικονοστάσι, γκαζόλαμπα και λυχνάρι. Στην κρεβατοκάμαρα υπήρχαν το κρεβάτι, ο γιούκος, ο καθρέφτης, το κουτί, του γάμου, μπαούλα, ταπί τοίχου και κούνια του μωρού. Εκτός απ' την κρεβατοκάμαρα υπήρχε και το καθιστικό δωμάτιο με διάφορα άλλα αντικείμενα.

Στο χαγιάτι (υπόστεγο) υπήρχαν ο αργαλειός με τα παρελκόμενά του, μιτάρια, χτένια πατήτρες, ροδάνι (για το τύλιγμα του νήματος), γνέτρα, τσικρίκι (εργαλείο για την εξαγωγή του βαμβακόσπορου), δοξάρι,(λιάνισμα του βαμβακιού), μαλλιόροκα (γνέσιμο και τύλιγμα μαλλιού), ρόκα ( για το τύλιγμα) και άλλα διάφορα εργαλεία.

Τέλος, μέσα στο κυρίως σπίτι υπήρχαν ο ρουχισμός, στρώματα (κλινοσκεπάσματα), μιντέρες (στρώματα κρεβατιών και δαπέδου), μάλλινες κουβέρτες, στρουσούδια, καλύμματα για το γούκο και για το σαντήρι και τα κρεβάτια, ψάθες για το δάπεδο, μάλλινα σεντόνια, ταπί για τον τοίχο, μάλλινα μαξιλάρια τετράγωνα ή μακρόστενα. Υπόψη ότι κοιμούνταν σε ξύλινα κρεβάτια, όσοι είχαν, ή στο δάπεδο στρωματσά.

 

Επιστροφή